13 Μαΐου 2018

Γερνάω μαμά. Δεν είμαι πια παιδί.



Γερνάω μαμά.
Δεν είμαι πια παιδί.
Και δεν χωράω πια να κρυφτώ.
Πουθενά κι από κανέναν.
Δεν κρύβομαι πια για να με βρούνε.
Δεν κρύβομαι όταν κάνω μια ζημιά.
Δεν κρύβομαι όταν φοβάμαι τον 
μπαμπούλα.
Ούτε έρχομαι πια το βράδυ στο κρεβάτι σας, όταν φοβάμαι και όταν βλέπω εφιάλτες.
Κοιτάω τον μπαμπούλα κατάματα πια. Κι ας τον φοβάμαι. 
Και πάω στο σαλόνι να καπνίσω ένα τσιγάρο, μέχρι να μου περάσει ο φόβος και μέχρι να ξεχαστούν οι εφιάλτες, που πια είναι περισσότεροι από τα όνειρα που κάνω.

Γερνάω μαμά.


Και δεν αλλάζω κάθε βδομάδα φίλες και παρέες.
Δεν βιάζομαι πια να θεωρήσω κάποιον φίλο και δεν γράφω πια στο θρανίο B.F.F.E.
Ίσως
γιατί δεν έχω πια θρανίο, αλλά και να είχα δεν θα έγραφα πάνω του, αλλά στην καρδιά μου το «B.F.F.E» , για τους λίγους φίλους που με διάλεξαν και τους διάλεξα.

Γερνάω μαμά
.
Και δεν έχω σχολείο αύριο, αλλά δουλειά. Και δεν μπορώ να πω πως, «πονάει η κοιλίτσα μου» για να μην πάω. Μεγάλωσε η κοιλιά μου, δεν είναι πια «κοιλίτσα»,  βλέπεις  και πρέπει να πάω στη δουλειά. Για να έχω λεφτά και να πληρώνω μόνη μου, όπως κάνουν οι μεγάλοι.

Γερνάω μαμά.

Και δεν πιστεύω πια σε παραμύθια.
Ούτε σε δράκους και πρίγκιπες.
Μην με ρωτήσεις αν πιστεύω στο «κι εμείς καλύτερα», γιατί δεν το πιστεύω. 
Το ελπίζω.

Γερνάω μαμά.

Και έχω βγάλει μια άσπρη τρίχα.
Και ξέρεις δεν είναι η άσπρη τρίχα που λένε «ευτυχία είναι», γιατί είναι η άσπρη τρίχα που δείχνει τον χρόνο που περνά. Και δεν ξέρω αν αυτός ο χρόνος είναι ευτυχία.


Και έχω και κάποιες ρυτίδες. Και αυτές στην μέση των φρυδιών είναι από την σκέψη και την στεναχώρια και θυμάμαι να μου λες «μην συννεφιάζεις, θα κάνεις ρυτίδες» κι εγώ τότε γελούσα, γιατί ήμουνα πολύ μικρή για να συνειδητοποιήσω πως αναπόφευκτα θα έχω ρυτίδες.
Και οι άλλες ρυτίδες πλάι από το στόμα είναι από το γέλιο και θυμάμαι τη γιαγιά να μου λέει: «να χαμογελάς, να μη γελάς δυνατά γιατί θα κάνεις ρυτίδες» κι εγώ τότε γελούσα πιο πολύ: για να της αποδείξω αυτό που πίστευα, πως εγώ δεν θα κάνω ρυτίδες. Ποτέ.

Γερνάω μαμά.

Και τις ρυτίδες αυτές του γέλιου τις αγαπάω, γιατί μου θυμίζουν πόσο έχω γελάσει στην ζωή μου.
Και τις ρυτίδες αυτές ανάμεσα στα φρύδια δεν θέλω να τις βλέπω, γιατί μου θυμίζουν πόσο έχω «συννεφιάσει» και πόσο έχω σκεφτεί στην ζωή μου.

Γερνάω μαμά.

Και αγόρασα κρέμα ημέρας, κρέμα νυκτός, κρέμα ενυδατική, κρέμα για τα μάτια. Και είναι όλες αχρησιμοποίητες στο ράφι. Μαζί με τα μαντιλάκια ντεμακιγιάζ. Κάποιοι θα έλεγαν και μαζί με εμένα.


Γερνάω μαμά.

Και, πολλές φορές, κουράζομαι να σκέφτομαι και λέω στον εαυτό μου «γιόλο». Και άλλες φορές κάθομαι και υπεραναλύω την παραμικρή λεπτομέρεια του παραμικρού συμβάντος.

Γερνάω μαμά.

Και μπορώ πιο εύκολα να πω πως φταίω εγώ όταν φταίω, παρά να ρίξω το φταίξιμο στον άλλο. Μπορώ να ζητήσω «συγγνώμη» και ξέρεις καλά πόσο δύσκολα ζητούσα συγγνώμη. Μπορώ να λέω «δεν μπορώ» και «δεν θέλω». Γιατί, πλέον, θέλω να μην μπορώ.

Γερνάω μαμά.

Και δεν με νοιάζει πια τι θα πει ο κόσμος, γιατί θυμήθηκα ότι ποτέ δεν τον ρώτησα κάτι.

Γερνάω μαμά.

Και όταν μου μιλάνε στον πληθυντικό, καμιά φορά θυμώνω. Κι όταν με λένε «κυρία» τους απαντάω: «βλέπεις καμιά κυρία εδώ;»
.

Γερνάω μαμά.

Και σκέφτομαι πως μικρή ήθελα να γίνω αστροναύτισσα. Δεν ξέρω τι έγινα τελικά. Αλλά προσπαθώ να γίνω.

Γερνάω μαμά.

Ξέρω πως θα μου πεις: «μικρή είσαι ακόμα». Και ξέρω πως θα το πιστεύεις. Γιατί ξέρω, πως για εσένα θα είμαι πάντα το «μικρό». Κι είναι παρήγορο που ξέρω πως θα είμαι πάντα το «μικρό».


Γερνάω μαμά.

Και δεν έχω όρεξη για τούρτες και κεράκια. Αλλά, ξέρω, πως θα μου πάρεις τούρτα και κεράκια, ξέρω πως όσο κι αν δεν μου αρέσουν αυτά, την ώρα που θα σβήνω τα κεράκια θα κάνω την ίδια ευχή που κάνω κάθε χρόνο από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Και ξέρω πως, μετά από το σβήσιμο των κεριών, θα αφηγηθείς με μαθηματική ακρίβεια τι συνέβη την μέρα που γεννήθηκα.

Γερνάω μαμά.


Και κάθε χρόνος που έρχεται στη ζωή μου είναι κάπως πιο ανάλαφρος, γιατί είναι απαλλαγμένος από «βάρη» και «φορτία» που κάποτε έμοιαζαν σημαντικά, αλλά πλέον είναι ανούσια.

Γερνάω μαμά.

Και κάθε χρόνο που μεγαλώνω, έμαθα να εκτιμώ αυτά που έχω και να ελπίζω σε και για όσα θέλω.

Γερνάω μαμά.

Και τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, αυτό σημαίνει «μεγαλώνω». Δεν ξέρω αν σημαίνει «ωριμάζω», ξέρω πως σημαίνει εξελίσσομαι.

Μεγαλώνω μαμά.
 

                                                                                                                                   Πηγή: savoirville


                                  

8 Απριλίου 2018

Αγάπη μόνο!



   Για όσους βαδίζουν το δικό τους Γολγοθά, με την ευχή ότι αυτός ο κόσμος αν δεν γίνει καλύτερος, ίσως τουλάχιστον, να γίνει πιο ανθρώπινος και να φέρει περισσότερη αγάπη και λιγότερα δάκρυα στις ζωές των ανθρώπων. Χριστός Ανέστη, κόσμε! Χρόνια πολλά, καλά, φωτεινά, ευλογημένα...


6 Απριλίου 2018

Η μητέρα του Ιούδα.


Παιδί μου
ότι μάλλον Τον πρόδωσες
αντάρτη ενός Μεσσία που περιμέναμε
το ξέρω.
Όσο για το ευτελές ποσό που επέστρεψες
και για το δέντρο που εμπιστεύτηκες
είναι τα πιο πιστά δηνάρια μετανοίας.




Στον άθλιο τόπο τώρα εδώ
ήρθα για να μυρώσω το νεκρό σου σώμα.
Σαν μάνα
εγώ σ’ έχω ήδη συγχωρέσει.
Όμως σπαράζω γιατί αν όλοι
οι πεθαμένοι αυτού του κόσμου
κάποτε συγχωρεθούν
εσύ θα μείνεις έξω απ’ το έλεός Του.

Μόνο μια ελπίδα, γιε μου, με ζεσταίνει:
είναι η συγχώρεση από μάνα

από την Παναγιά
και Της φιλώ το χέρι.

                                         Γιάννης Βαρβέρης - Από τη συλλογή ποιημάτων: “Ο άνθρωπος μόνος”.


5 Απριλίου 2018

Μεγάλη Πέμπτη - Θυσία.


     Έγνεψε ο Ιησούς στον Ιούδα, κι αυτός ήρθε και στάθηκε δίπλα του θα ‘χαν κρυφές κουβέντες οι δυο τους, γιατί μιλούσαν σιγά, και πότε έσκυβε το κεφάλι του ο Ιησούς, πότε ο Ιούδας, και φλωροζύγιαζαν τα λόγια τους, να δώσει ο ένας απόκριση στον άλλο.
– Συχώρεσέ με, Ιούδα αδερφέ μου, μα πρέπει.
– Κι άλλη φορά σε ρώτησα, ραβή, δεν υπάρχει άλλος δρόμος;
– Όχι, Ιούδα αδερφέ μου, κι εγώ θα το 'θελα, ως τα τώρα το 'λπιζα κι εγώ και περίμενα, του κάκου, όχι, δρόμος άλλος δεν υπάρχει, έφτασε η συντέλεια του αιώνα, θα γκρεμιστεί ο κόσμος ετούτος, η βασιλεία του Πονηρού, θα 'ρθει η βασιλεία των ουρανών, εγώ θα τη φέρω. Πώς; πεθαίνοντας, δρόμος άλλος δεν υπάρχει. Μην τινάζεσαι, Ιούδα αδερφέ μου, σε τρεις μέρες θ' αναστηθώ.
– Μου το λες για να με παρηγορήσεις, για να με κάμεις να σε προδώσω, δίχως να σπαραχτεί η καρδιά μου, λες πως αντέχω, για να μου δώσεις κουράγιο, όχι, όσο ζυγώνουμε στη φοβερή στιγμή, όχι, δεν αντέχω, ραβή μου !
– Αντέχεις, Ιούδα αδερφέ μου, ο Θεός θα σου δώσει τη δύναμη, όση σου λείπει, γιατί πρέπει, πρέπει εγώ να σκοτωθώ κι εσύ να με προδώσεις, εμείς οι δυο πρέπει να σώσουμε τον κόσμο, βoήθα με.
Ο Ιούδας έσκυψε το κεφάλι, και σε λίγο:
– Αν ήταν εσύ να πρόδινες το δάσκαλό σου, θα το 'κανες;
Πολλήν ώρα έμεινε ο Ιησούς συλλογισμένος, τέλος:
– Όχι, είπε, φοβούμαι πως δε θα μπορούσα, γι' αυτό κι ο Θεός με λυπήθηκε και μου 'δωκε το χρέος το πιο εύκολο: να σταυρωθώ.

                                                                    ("Ο Τελευταίος Πειρασμός" - Ν. Καζαντζάκης)

"Ο μυστικός δείπνος" του Μάρκβιτσκα 

6 Νοεμβρίου 2017

Γύμνια.


Γυμνός στη νύχτα,
περιπλανώμενος ονειρευτής,
εραστής του ανέφικτου, του άπιαστου,
της ουτοπίας χρόνια τώρα.
Τη γύμνια μου ξεδιάντροπα απλώνω
σε μαγικό χορό στις ασημένιες αχτίδες του φεγγαριού
κι αποκαμωμένος στις σκιές κρύβομαι, προσμένοντας
μια σπίθα πραγμάτωσης ονείρου την ψυχή μου να ζεστάνει,
λευκό χαρτί, γυμνός στο τίποτα την τηρώ.

Μα σαν το πρωί ζυγώσει,
για μια ακόμη φορά τη γύμνια μου θα κρύψω
σ΄ένα κοστούμι μιας πεζής πραγματικότητας,
πλάνην οικτρά θα πλανηθώ.
Κι όπως κακόμοιρα θα περιφέρομαι,
το σώμα μου ασήκωτο θα νοιώθω
μισοχαμένο, μισοϋπαρκτό.

Θα ακυρώνω χρώματα,
θα αφαιρώ ήχους και μουσικές,
θα μορφάζω με κοινότοπα χαμόγελα
σε μια ψευδαίσθηση μια δήθεν ευχαρίστησης.
Μα, ως εκ θαύματος...
Όσο πνίγω μέσα μου τα άγρια πουλιά,
τόσο τα ελευθερώνω.

   
     Αμέτρητα συγχαρητήρια σε όλους τους φίλους και συμμετέχοντες στο 18ο Συμπόσιο Ποίησης, σε νικητές και... λιγότερο νικητές, μιας και το μόνο σίγουρο είναι πως σε διοργανώσεις σαν κι αυτή, νικήτρια και μόνο για τη μαγεία της εμπειρίας, είναι η κάθε συμμετοχή. Να είμαστε όλοι καλά να δημιουργούμε!